βιβλιογραφία

βιβλιο-γρᾰφία, ,
A writing of books, Dsc.1.85, D.L.7.36.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βιβλιογραφία — Ο όρος αυτός χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά –στην αρχαιότητα ήταν άλλη η σημασία του– το 1632 από τον βιβλιόφιλο Λουί Ζακόμπ ντε Σεν Σαρλ (1608 1670) και μπορεί να ειπωθεί ότι και σήμερα ακόμα δεν έχει μια γενικώς παραδεκτή σημασία. Συχνά… …   Dictionary of Greek

  • ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ —   Aerts W. J. (1965), Periphrastica. An investigation into the use of είναι and έχειν as auxiliaries or pseudo – auxiliaries in Greek from Homer up to the present day, Amsterdam.   Ανδριώτης Ν. (1971), Ετυμολογικό λεξικό της κοινής νεοελληνικής,… …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • βιβλιογραφία — [вивлиографиа] ουσ. в. библиография …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • βιβλιογραφία — η το σύνολο βιβλίων ή δημοσιευμάτων που αναφέρονται σε ένα συγκεκριμένο συγγραφέα ή θέμα: Η μελέτη σχετικής βιβλιογραφίας είναι απαραίτητη πριν αρχίσει κανείς να γράφει επιστημονική εργασία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • βιβλιογραφίαν — βιβλιογραφίᾱν , βιβλιογραφία writing of books fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • БИБЛИОГРАФИЯ БОГОСЛОВСКОЙ ЛИТЕРАТУРЫ — БИБЛИОГРАФИЯ [от греч. βιβλίον книга и γράφω пишу] БОГОСЛОВСКОЙ ЛИТЕРАТУРЫ, информация об изданиях, относящихся к комплексу научно богословских дисциплин. Термин «библиография» появился в Др. Греции и первоначально означал «переписывание книг».… …   Православная энциклопедия

  • βιβλιολογία — Η εξέταση του βιβλίου από διάφορες απόψεις που μπορούν να το αφορούν, αποτελεί τη β. Μολονότι η λέξη χρησιμοποιήθηκε κατά καιρούς γιανα υποδηλώσει τη βιβλιογραφία, είναι δυνατή η διάκριση πολλών υποδιαιρέσεων –μεταξύ των οποίων η ίδια η… …   Dictionary of Greek

  • Bibliography — (from Greek gr. βιβλιογραφία, bibliographia , literally book writing ), as a practice, is the academic study of books as physical, cultural objects; in this sense, it is also known as bibliology (from Greek gr. λογία, logia ). On the whole,… …   Wikipedia

  • Linos Politis — Λίνος Νικολάου Πολίτης (* 4. Oktober 1906 in Athen; † 21. Dezember 1982) war ein griechischer Neogräzist und Professor für neugriechische Philologie an der Aristoteles Universität Thessaloniki. Linos Politis ist der vierte Sohn des Gelehrten und… …   Deutsch Wikipedia

  • βιβλιογραφικός — ή, ό ο σχετικός με τη βιβλιογραφία. [ΕΤΥΜΟΛ. < βιβλιογραφία (πρβλ. γαλλ. bibliographique). Η λ. μαρτυρείται από το 1851 στον Ιωάννη Βενθύλο] …   Dictionary of Greek

  • ολοκλήρωμα — Έστω f μια πραγματική συνάρτηση της πραγματικής μεταβλητής x, ορισμένη σε ένα κλειστό διάστημα, έστω I, με άκρα του α, β (α < β). Υποθέτουμε ότι η συνάρτηση f είναι φραγμένη, δηλαδή ότι υπάρχει κάποιος k ≥ 0, έτσι ώστε να ισχύει f(x ≤ 0), για… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.